Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

Child Support Agency


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο support παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: Child | Support | Agency
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
support [sth] vtr(weight: hold up)στηρίζω, υποστηρίζω, υποβαστάζω ρ μ
 (επίσημο: τεχνικός όρος)φέρω, αναλαμβάνω ρ μ
 The pole supports the roof of the building.
 Η κολόνα στηρίζει την οροφή του κτιρίου.
support [sb/sth] vtr(aid, back)στηρίζω, ενισχύω ρ μ
  υποστηρίζω ρ μ
  ενισχύω οικονομικά ρ μ + επίρ
 The government supported the aid organisation financially.
 Η κυβέρνηση στήριξε (or: ενίσχυσε) την φιλανθρωπική οργάνωση.
support [sb] vtr(family: provide for)συντηρώ ρ μ
 (μεταφορικά)ζω, τρέφω, θρέφω ρ μ
  ταΐζω ρ μ
 The father supports the family with his earnings.
 Ο πατέρας συντηρεί την οικογένεια με τη δουλειά του.
support [sb/sth] vtr(team: cheer for)υποστηρίζω ρ μ
  είμαι οπαδός ρ έκφρ
 (καθομιλουμένη)είμαι ρ μ
 He supports the Yankees.
 Υποστηρίζει τους Yankees.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ο Γιάννης είναι ΑΕΚ.
support [sth] vtr(endorse, be in favor of [sth])υποστηρίζω ρ μ
  είμαι υπέρ ρ έκφρ
 The senator would never support that bill; it goes against his principles!
 Ο γερουσιαστής δεν θα υποστηρίξει ποτέ αυτό το νομοσχέδιο. Είναι ενάντια στις αρχές του!
support doing [sth] v expr(be in favor of doing [sth](κάτι ή ότι πρέπει να γίνει κάτι)υποστηρίζω ρ μ
 He supported raising taxes.
 Υποστήριζε την αύξηση των φόρων.
support [sth] vtr(computing: be compatible)υποστηρίζω ρ μ
 My operating system doesn't support this particular media player.
 Το λειτουργικό μου σύστημα δεν υποστηρίζει αυτήν τη συγκεκριμένη συσκευή αναπαραγωγής πολυμέσων.
support n(structural: holds [sth] up)στήριγμα, υποστήριγμα ουσ ουδ
 The support gave way and the roof collapsed.
 Το στήριγμα (or: υποστήριγμα) υποχώρησε και η οροφή έπεσε.
support,
support for [sth]
n
(approval, backing)στήριξη, υποστήριξη ουσ θηλ
 There's a lot of popular support for the organic food movement.
 Υπάρχει μεγάλη στήριξη από τον κόσμο για το κίνημα βιολογικών τροφίμων.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
support n(help for users)υποστήριξη, εξυπηρέτηση ουσ θηλ
 If you can't fix it yourself, you need to call technical support.
support n(emotional help) (ψυχολογική βοήθεια)υποστήριξη, στήριξη, συμπαράσταση ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη)βοήθεια ουσ θηλ
 His family's support throughout his divorce was important to him.
 Η υποστήριξη της οικογένειας του όταν πήρε διαζύγιο, ήταν σημαντική για αυτόν.
 Η βοήθεια της οικογένειας του όταν πήρε διαζύγιο, ήταν σημαντική για αυτόν.
support n(financial maintenance) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)-
 Rick pays his ex-wife seven hundred dollars a month in support.
 Ο Ρικ πληρώνει διατροφή στην πρώην γυναίκα του εφτακόσια δολάρια τον μήνα.
support n([sth], [sb]: gives aid)στήριγμα ουσ ουδ
 Her son was a great support to her in her final years.
support n(actor in a secondary role)συμπρωταγωνιστής, συμπρωταγωνίστρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
 The young actor was a fine support to the film's leading man.
support [sth] vtr(withstand)αντέχω ρ μ
 This house can support all sorts of harsh weather.
support [sth] vtrliterary, formal (tolerate, put up with)αντέχω, ανέχομαι ρ μ
 He could no longer support all the crying.
support [sth] vtr(sustain life)διατηρώ, συντηρώ ρ μ
 (μεταφορικά: έμβια όντα)θρέφω, τρέφω ρ μ
 There isn't enough water on the moon to support life.
 Στο φεγγάρι δεν υπάρχει αρκετό νερό ώστε να διατηρηθεί ζωή.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Στο μέλλον, ο πλανήτης μας δεν θα έχει αρκετούς πόρους για να θρέψει τον ολοένα και αυξανόμενο πληθυσμό.
support [sth] vtr(law: corroborate)επιβεβαιώνω, επαληθεύω ρ μ
 (μεταφορικά)στηρίζω ρ μ
 (κάνω πιο ισχυρό)ενισχύω ρ μ
 Her testimony supported his statement.
support [sb] vtr(theater: perform with)παίζω μαζί με κπ περίφρ
  παίζω δεύτερο ρόλο περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Two excellent unknowns were supporting the lead actor.
support [sb] vtr(help emotionally)στηρίζω ρ μ
  συμπαραστέκομαι σε κπ ρ μ + πρόθ
 His family supported him throughout his divorce.
support yourself vtr + refl(be financially independent)είμαι οικονομικά ανεξάρτητος έκφρ
 My sons are both grown up now and support themselves.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
arch support n(orthopaedic device for foot)ειδική σόλα που παρέχει υποστήριξη στο πέλμα ουσ θηλ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 because of his flat feet, his shoes were fitted with arch supports.
child support n(money paid by absent parent)διατροφή ουσ θηλ
 My ex-husband has to pay child support every month.
customer support n(help with purchased product)εξυπηρέτηση πελατών φρ ως ουσ θηλ
  υποστήριξη πελατών φρ ως ουσ θηλ
emotional support n(psychological help)συναισθηματική υποστήριξη επίθ + ουσ θηλ
  ψυχολογική υποστήριξη επίθ + ουσ θηλ
 Counsellors provide emotional support to patients.
emotional support animal n(provides psychological support)ζώο συναισθηματικής στήριξης φρ ως ουσ ουδ
financial support n(monetary assistance)οικονομική ενίσχυση ουσ θηλ
 His parents provided financial support for him while he was in college.
full support n(total approval or backing)ολοκληρωτική υποστήριξη ουσ θηλ
 Our financial backers have given the project their full support.
full support n(every possible assistance)ολοκληρωτική υποστήριξη ουσ θηλ
 In an ideal world, a teacher has time to give each student his full support.
give [sb] support,
lend [sb] support
v expr
(help, assist [sb])βοηθώ, στηρίζω ρ μ
give support to [sb],
lend support to [sb]
v expr
(help, assist [sb])βοηθώ, στηρίζω ρ μ
give support to [sth],
lend support to [sth]
v expr
(back, assist [sth])βοηθώ σε κτ ρ μ + πρόθ
 (για σκοπό, κίνημα)υποστηρίζω ρ μ
 They asked me to give support to a cause I don't believe in.
in support of [sth/sb] prep(in favour of)υπέρ πρόθ
 In 2008 more Americans were in support of Barack Obama than John McCain.
in support of [sth/sb] prep(as assistance to)σε συνδρομή έκφρ
 There were many sponsor companies that donated equipment in support of the team.
income support n(welfare payment to low earners)επίδομα ουσ ουδ
  οικονομική ενίσχυση επίθ + ουσ ουδ
jockstrap,
athletic supporter,
also UK: athletic support
n
(sportsman's groin support)σπασουάρ ουσ αρσ άκλ
 (επίσημο)κηλεπίδεσμος ουσ αρσ
 When playing sports, men must wear a jockstrap to support their groin.
life support n(equipment to sustain a patient's life)μηχανική υποστήριξη επίθ + ουσ θηλ
 There are ethical questions associated with keeping a person on life support.
 Because he was brain dead, Jim's family decided to turn off his life support.
 Υπάρχουν ηθικά διλήμματα όσον αφορά τη διατήρηση στη ζωή με μηχανική υποστήριξη. // Επειδή ήταν εγκεφαλικά νεκρός, η οικογένεια του Τζιμ αποφάσισε να διακόψει τη μηχανική υποστήριξη.
life-support system n(medical machine)σύστημα υποστήριξης ζωής φρ ως ουσ ουδ
logistic support n(provision of military supplies) (στρατός)διοικητική μέριμνα φρ ως ουσ θηλ
moral support n(encouragement)ηθική συμπαράσταση επίθ + ουσ θηλ
 My friend had to see a cancer specialist, so I went with her for moral support.
 Bart's dad provided moral support by attending all of his basketball games.
 Ο φίλος μου έπρεπε να δει έναν ειδικό για τον καρκίνο και πήγα μαζί του για ηθική συμπαράσταση. // Ο πατέρας του Μπαρτ του παρείχε ηθική συμπαράσταση παρακολουθώντας όλους τους αγώνες μπάσκετ που συμμετείχε.
mutual support n(reciprocal help)αμοιβαία υποστήριξη,βοήθεια ουσ θηλ
 They had a relationship of mutual support, so when she needed some help he was quick to provide it.
nonsupport,
non-support
n
(failure to pay alimony)μη καταβολή επιδόματος διατροφής
peer support n(help of colleagues, friends)αμοιβαιότητα, αλληλοϋποστήριξη ουσ θηλ
 (επίσημο)στήριξη ομοτίμων φρ ως ουσ θηλ
rally support vtr + n(gather support)συγκεντρώνω βοήθεια ρ μ + ουσ θηλ
 A fundraising event is planned to rally support for our candidate.
Sales Support n(administrative assistant to salesperson) (άτομο)υπάλληλος υποστήριξης πωλήσεων φρ ως ουσ αρσ/θηλ
 (τμήμα)υποστήριξη πωλήσεων φρ ως ουσ θηλ
software support n(help in running computer programs) (Η/Υ)υποστήριξη λογισμικού φρ ως ουσ θηλ
state support n(government funding or subsidy)κρατική μέριμνα, κρατική στήριξη, κρατική ενίσχυση, κρατική υποστήριξη επίθ + ουσ θηλ
support bubble n(group in contact during pandemic) (εν καιρώ πανδημίας)κοινωνική φούσκα επίθ + ουσ θηλ
support [sb] financially vtr(provide with money to live on)στηρίζω κπ οικονομικά ρ μ + επίρ
 I can no longer support you financially, so you'll need to get a job.
support group n(gathering of people for mutual help)ομάδα υποστήριξης φρ ως ουσ θηλ
support services npl(backup or assistance)υπηρεσίες υποστήριξης φρ ως ουσ θηλ πλ
support staff nalso npl (employees providing backup or assistance)προσωπικό υποστήριξης φρ ως ουσ ουδ
support system n(people providing support)ομάδα στήριξης φρ ως ουσ θηλ
Tech Support nabbreviation (Technical Support)τεχνική υποστήριξη φρ ως ουσ θηλ
Technical Support n(service offering help with technology)τεχνική υποστήριξη φρ ως ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Child Support Agency στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «Child Support Agency».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!